Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαστικός

/e.la.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για σώμα ή πράγμαπου μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαλαρός, ευμετάβλητος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμετριοπαθής, υποχωρητικός, ενδοτικός Βικιλεξικό
  4. οικονομίαπου μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαστικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελαστικόςελαστικήελαστικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →