ελαστικότητα
•
- για σώμα ή πράγματο να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού Βικιλεξικό
- υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα των δαπανών υγείας σημαίνει πως μια αύξηση του εισοδήματος συνεπάγεται μια πολλαπλάσια αύξηση των δαπανών για περίθαλψη
Ετυμολογία
ελαστικότητα < ελαστικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαστικότητα | ελαστικότητες |
| Γενική | ελαστικότητας | ελαστικοτήτων |
| Αιτιατική | ελαστικότητα | ελαστικότητες |
| Κλητική | ελαστικότητα | ελαστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →