ελαττώνω
•
- κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο Βικιλεξικό
- Μπορώ να ελαττώσω το κάπνισμα, αλλά δεν μπορώ να το σταματήσω τελείως.
- Πρέπει να ελαττώσουμε τις δαπάνες μας και να αυξήσουμε τα έσοδα.
Ετυμολογία
ελαττώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλαττῶ, συνηρημένος τύπος του ἐλαττόω(αττική διάλεκτος) + -ώνω < ἐλάττων
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαττώνω | ελαττώνεις | ελαττώνει | ελαττώνουμε | ελαττώνετε | ελαττώνουν / ελαττώνουνε |
| Παρατατικός | ελάττωνα | ελάττωνες | ελάττωνε | ελαττώναμε | ελαττώνατε | ελάττωναν / ελαττώναν / ελαττώνανε |
| Αόριστος | ελάττωσα | ελάττωσες | ελάττωσε | ελαττώσαμε | ελαττώσατε | ελάττωσαν / ελαττώσαν / ελαττώσανε |
| Μέλλοντας | θα ελαττώνω / θα ελαττώσω | θα ελαττώνεις / θα ελαττώσεις | θα ελαττώνει / θα ελαττώσει | θα ελαττώνουμε / θα ελαττώσουμε | θα ελαττώνετε / θα ελαττώσετε | θα ελαττώνουν / θα ελαττώνουνε / θα ελαττώσουν / θα ελαττώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελαττώσει | έχεις ελαττώσει | έχει ελαττώσει | έχουμε ελαττώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαττώσει | είχες ελαττώσει | είχε ελαττώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελαττώσει / να ελαττώνω / να ελαττώσω | να έχεις ελαττώσει / να ελαττώνεις / να ελαττώσεις | να έχει ελαττώσει / να ελαττώνει / να ελαττώσει | να έχουμε ελαττώσει / να ελαττώνουμε / να ελαττώσουμε | να ελαττώνετε / να ελαττώσετε | να ελαττώνουν / να ελαττώνουνε / να ελαττώσουν / να ελαττώσουνε |
| Προστακτική | — | ελάττωνε / ελάττωσε | — | — | ελαττώνετε / ελαττώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ελαττώθηκαελαττώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →