μειώνω
•
- κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ Βικιλεξικό
- Είναι ανάγκη να μειώσουμε τα έξοδά μας.
- για πρόσωπαπροσβάλλω, φέρομαι υποτιμητικά Βικιλεξικό
- Αυτή η συμπεριφορά του με μειώνει.
Ετυμολογία
μειώνω < αρχ. ρ. μειῶ (-όω) + -ώνω < μείων παθητική φωνή μειώνομαι μππ.μειωμένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μειώνω | μειώνεις | μειώνει | μειώνουμε | μειώνετε | μειώνουν / μειώνουνε |
| Παρατατικός | μείωνα | μείωνες | μείωνε | μειώναμε | μειώνατε | μείωναν / μειώναν / μειώνανε |
| Αόριστος | μείωσα | μείωσες | μείωσε | μειώσαμε | μειώσατε | μείωσαν / μειώσαν / μειώσανε |
| Μέλλοντας | θα μειώνω / θα μειώσω | θα μειώνεις / θα μειώσεις | θα μειώνει / θα μειώσει | θα μειώνουμε / θα μειώσουμε | θα μειώνετε / θα μειώσετε | θα μειώνουν / θα μειώνουνε / θα μειώσουν / θα μειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μειώσει | έχεις μειώσει | έχει μειώσει | έχουμε μειώσει | έχετε μειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μειώσει | είχες μειώσει | είχε μειώσει | είχαμε μειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μειώσει / να μειώνω / να μειώσω | να έχεις μειώσει / να μειώνεις / να μειώσεις | να έχει μειώσει / να μειώνει / να μειώσει | να έχουμε μειώσει / να μειώνουμε / να μειώσουμε | να έχετε μειώσει / να μειώνετε / να μειώσετε | να μειώνουν / να μειώνουνε / να μειώσουν / να μειώσουνε |
| Προστακτική | — | μείωνε / μείωσε | — | — | μειώνετε / μειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →