ελαφοκέρατο
•
- το κέρατο ελαφιού Βικιλεξικό
- Δὲν εἶχε λησμονήσει νὰ φέρῃ τὸ κωσταντινᾶτο […] Ὁμοίως κ’ ἐλαφοκέρατο διὰ τὰ δοντάκια τοῦ παιδιοῦ, καὶ τὰ φωτίκια διὰ τὴν βάπτισίν του ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην
- άλλες μορφές: ιδιωματικά: αλαφοκέρατο, λαφοκέρατο
Ετυμολογία
ελαφοκέρατο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐλαφοκέρατο(ν) ή καθαρεύουσα ἐλαφόκερας. Συγκρίνετε με το αλαφοκέρατο. : Η λέξη, στον πληθυντικό, στην ελληνιστική κοινή ἐλαφοκέρατα < αρχαία ελληνική ἔλαφ(ος) (ελάφι) + -ο- + κέρας (κέρατο). ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαφοκέρατο | ελαφοκέρατα |
| Γενική | ελαφοκέρατου | ελαφοκέρατων |
| Αιτιατική | ελαφοκέρατο | ελαφοκέρατα |
| Κλητική | ελαφοκέρατο | ελαφοκέρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →