Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαφοκέρατο

/e.la.foˈce.ɾa.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το κέρατο ελαφιού Βικιλεξικό
    • Δὲν εἶχε λησμονήσει νὰ φέρῃ τὸ κωσταντινᾶτο […] Ὁμοίως κ’ ἐλαφοκέρατο διὰ τὰ δοντάκια τοῦ παιδιοῦ, καὶ τὰ φωτίκια διὰ τὴν βάπτισίν του ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην
    • άλλες μορφές: ιδιωματικά: αλαφοκέρατο, λαφοκέρατο

Ετυμολογία

ελαφοκέρατο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐλαφοκέρατο(ν) ή καθαρεύουσα ἐλαφόκερας. Συγκρίνετε με το αλαφοκέρατο. : Η λέξη, στον πληθυντικό, στην ελληνιστική κοινή ἐλαφοκέρατα < αρχαία ελληνική ἔλαφ(ος) (ελάφι) + -ο- + κέρας (κέρατο). ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελαφοκέρατοελαφοκέρατα
Γενικήελαφοκέρατουελαφοκέρατων
Αιτιατικήελαφοκέρατοελαφοκέρατα
Κλητικήελαφοκέρατοελαφοκέρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →