κέρατο
•
- σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι Βικιλεξικό
- στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
- Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1985)
- μεταφορικάη μοιχεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκνευριστικό αντικείμενο, εξόγκωμα ή άτομο Βικιλεξικό
- βγήκε πάλι αυτό το κέρατο στο μάτι μου και με ενοχλούσε
- μου 'βαλε αυτό το κέρατο στο χολ και έκλεισε όλο το διάδρομο
Ετυμολογία
κέρατο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κέρατον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρας, από το θέμα του πληθυντικού κέρατ-α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέρατο | κέρατα |
| Γενική | κέρατου | κέρατων |
| Αιτιατική | κέρατο | κέρατα |
| Κλητική | κέρατο | κέρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →