ελαφραίνω
•
- γίνομαι ελαφρότερος Βικιλεξικό
- κάνω κάτι ελαφρότερο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ κάποιο βάρος ή απαλλάσσω κάποιον απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαφραίνω < μεσαιωνική ελληνική ελαφραίνω < ελληνιστική κοινή ἐλαφρύνω < αρχαία ελληνική ἐλαφρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁léngʰus < *h₁lengʷʰ- (ελαφρός) + *-us
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαφραίνω | ελαφραίνεις | ελαφραίνει | ελαφραίνουμε | ελαφραίνετε | ελαφραίνουν / ελαφραίνουνε |
| Παρατατικός | ελάφραινα | ελάφραινες | ελάφραινε | ελαφραίναμε | ελαφραίνατε | ελάφραιναν / ελαφραίναν / ελαφραίνανε |
| Αόριστος | ελάφρυνα | ελάφρυνες | ελάφρυνε | ελαφρύναμε | ελαφρύνατε | ελάφρυναν / ελαφρύναν / ελαφρύνανε |
| Μέλλοντας | θα ελαφραίνω / θα ελαφρύνω | θα ελαφραίνεις / θα ελαφρύνεις | θα ελαφραίνει / θα ελαφρύνει | θα ελαφραίνουμε / θα ελαφρύνουμε | θα ελαφραίνετε / θα ελαφρύνετε | θα ελαφραίνουν / θα ελαφραίνουνε / θα ελαφρύνουν / θα ελαφρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελαφρύνει | έχεις ελαφρύνει | έχει ελαφρύνει | έχουμε ελαφρύνει | έχετε ελαφρύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαφρύνει | είχες ελαφρύνει | είχε ελαφρύνει | είχαμε ελαφρύνει | είχατε ελαφρύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ελαφρύνει / να ελαφραίνω / να ελαφρύνω | να έχεις ελαφρύνει / να ελαφραίνεις / να ελαφρύνεις | να έχει ελαφρύνει / να ελαφραίνει / να ελαφρύνει | να έχουμε ελαφρύνει / να ελαφραίνουμε / να ελαφρύνουμε | να έχετε ελαφρύνει / να ελαφραίνετε / να ελαφρύνετε | να ελαφραίνουν / να ελαφραίνουνε / να ελαφρύνουν / να ελαφρύνουνε |
| Προστακτική | — | ελάφραινε / ελάφρυνε | — | — | ελαφραίνετε / ελαφρύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →