ελαχιστοποιώ
•
- περιορίζω στο ελάχιστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαχιστοποιώ < αναδρομικός σχηματισμός από ελαχιστο(ποίησις) + -ποιώ, απόδοση για τη γαλλική minimiser
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαχιστοποιώ | ελαχιστοποιείς | ελαχιστοποιεί | ελαχιστοποιούμε | ελαχιστοποιείτε | ελαχιστοποιούν / ελαχιστοποιούνε |
| Παρατατικός | ελαχιστοποιούσα | ελαχιστοποιούσες | ελαχιστοποιούσε | ελαχιστοποιούσαμε | ελαχιστοποιούσατε | ελαχιστοποιούσαν / ελαχιστοποιούσανε |
| Αόριστος | ελαχιστοποίησα | ελαχιστοποίησες | ελαχιστοποίησε | ελαχιστοποιήσαμε | ελαχιστοποιήσατε | ελαχιστοποίησαν / ελαχιστοποιήσαν / ελαχιστοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ελαχιστοποιήσω / θα ελαχιστοποιώ | θα ελαχιστοποιήσεις / θα ελαχιστοποιείς | θα ελαχιστοποιήσει / θα ελαχιστοποιεί | θα ελαχιστοποιήσουμε / θα ελαχιστοποιούμε | θα ελαχιστοποιήσετε / θα ελαχιστοποιείτε | θα ελαχιστοποιήσουν / θα ελαχιστοποιήσουνε / θα ελαχιστοποιούν / θα ελαχιστοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ελαχιστοποιήσει | έχεις ελαχιστοποιήσει | έχει ελαχιστοποιήσει | έχουμε ελαχιστοποιήσει | έχετε ελαχιστοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαχιστοποιήσει | είχες ελαχιστοποιήσει | είχε ελαχιστοποιήσει | είχαμε ελαχιστοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιήσω / να ελαχιστοποιώ | να έχεις ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιήσεις / να ελαχιστοποιείς | να έχει ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιεί | να έχουμε ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιήσουμε / να ελαχιστοποιούμε | να έχετε ελαχιστοποιήσει / να ελαχιστοποιήσετε / να ελαχιστοποιείτε | να ελαχιστοποιήσουν / να ελαχιστοποιήσουνε / να ελαχιστοποιούν / να ελαχιστοποιούνε |
| Προστακτική | — | ελαχιστοποίει / ελαχιστοποίησε | — | — | ελαχιστοποιήστε / ελαχιστοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →