Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγιστοποιώ

/me.ʝi.sto.piˈo/ρήμα
•
  1. μεγαλώνω κάτι σε πολύ υψηλό βαθμό Βικιλεξικό
    • Μεγιστοποιώ τα κέρδη ελαχιστοποιώντας το κόστος παραγωγής.
    • Μεγιστοποίησε την απόδοσή του χάρη στη σκληρή προπόνηση.
  2. υπερβάλλω, μεγαλοποιώ, διογκώνω Βικιλεξικό
    • Το όλο θέμα μεγιστοποιήθηκε χωρίς λόγο.
    • Μεγιστοποίησε τα αποτελέσματα των εκλογών σε ό,τι αφορούσε στο...
  3. μαθηματικάβρίσκω τη μέγιστη τιμή ενός μεγέθους, γωνίας, συνάρτησης κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγιστοποιώ < μέγιστ(ος) + -ο- + -ποιώ, απόδοση για τη γαλλική maximiser

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεγιστοποιώμεγιστοποιείςμεγιστοποιείμεγιστοποιούμεμεγιστοποιείτεμεγιστοποιούν / μεγιστοποιούνε
Παρατατικόςμεγιστοποιούσαμεγιστοποιούσεςμεγιστοποιούσεμεγιστοποιούσαμεμεγιστοποιούσατεμεγιστοποιούσαν / μεγιστοποιούσανε
Αόριστοςμεγιστοποίησαμεγιστοποίησεςμεγιστοποίησεμεγιστοποιήσαμεμεγιστοποιήσατεμεγιστοποίησαν / μεγιστοποιήσαν / μεγιστοποιήσανε
Μέλλονταςθα μεγιστοποιήσω / θα μεγιστοποιώθα μεγιστοποιήσεις / θα μεγιστοποιείςθα μεγιστοποιήσει / θα μεγιστοποιείθα μεγιστοποιήσουμε / θα μεγιστοποιούμεθα μεγιστοποιήσετε / θα μεγιστοποιείτεθα μεγιστοποιήσουν / θα μεγιστοποιήσουνε / θα μεγιστοποιούν / θα μεγιστοποιούνε
Παρακείμενοςέχω μεγιστοποιήσειέχεις μεγιστοποιήσειέχει μεγιστοποιήσειέχουμε μεγιστοποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μεγιστοποιήσειείχες μεγιστοποιήσειείχε μεγιστοποιήσειείχαμε μεγιστοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω μεγιστοποιήσει / να μεγιστοποιήσω / να μεγιστοποιώνα έχεις μεγιστοποιήσει / να μεγιστοποιήσεις / να μεγιστοποιείςνα έχει μεγιστοποιήσει / να μεγιστοποιήσει / να μεγιστοποιείνα έχουμε μεγιστοποιήσει / να μεγιστοποιήσουμε / να μεγιστοποιούμενα μεγιστοποιήσετε / να μεγιστοποιείτενα μεγιστοποιήσουν / να μεγιστοποιήσουνε / να μεγιστοποιούν / να μεγιστοποιούνε
Προστακτική—έχε μεγιστοποιημένο / μεγιστοποίει / μεγιστοποίησε——μεγιστοποιήστε / μεγιστοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →