Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελεγκτής

/e.leŋˈktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαπρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος Βικιλεξικό
    • ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
  3. πληροφορικήηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος Βικιλεξικό
    • ελεγκτής μνήμης

Ετυμολογία

ελεγκτής < ελέγ(χω) + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελεγκτήςελεγκτές
Γενικήελεγκτήελεγκτών
Αιτιατικήελεγκτήελεγκτές
Κλητικήελεγκτήελεγκτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →