ελεγκτής
•
- επάγγελμαεργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ Βικιλεξικό
- επάγγελμαπρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος Βικιλεξικό
- ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
- πληροφορικήηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος Βικιλεξικό
- ελεγκτής μνήμης
Ετυμολογία
ελεγκτής < ελέγ(χω) + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεγκτής | ελεγκτές |
| Γενική | ελεγκτή | ελεγκτών |
| Αιτιατική | ελεγκτή | ελεγκτές |
| Κλητική | ελεγκτή | ελεγκτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →