ελέγχω
•
- ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή Βικιλεξικό
- Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
- η εφορία ελέγχει τα λογιστικά βιβλία
- θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα Βικιλεξικό
- οι πυροσβέστες κατάφεραν να ελέγξουν τη φωτιά
- πειθαρχώ, συγκρατώ Βικιλεξικό
- είναι καλό να ελέγχω τις αντιδράσεις του θυμικού μου
- έχω τον έλεγχο μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ, ώστε να το κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία του Βικιλεξικό
- ο οδηγός του φορτηγού δεν μπόρεσε να ελέγξει το βαρύ όχημα
- επιβάλλομαι, κυριαρχώ σε κάτι Βικιλεξικό
- νευρική και ανυπότακτη φύση, κανένας δεν την ελέγχει, μόνο ο εαυτός της
- έχω την κυριαρχία, καθορίζω τι θα γίνει Βικιλεξικό
- οι Αθηναίοι ήλεγχαν τα στενά του Ελλήσποντου
- επιπλήττω, αποδοκιμάζω κάποιον Βικιλεξικό
- η συνείδησή μου με ελέγχει για ό,τι κάνω
- αξιολογώ, κρίνω διασταυρώνοντας Βικιλεξικό
- ελέγχει πάντα τις πληροφορίες του
Ετυμολογία
ελέγχω < αρχαία ελληνική ἐλέγχω < αβέβαιης ετυμολογίας· το ρήμα απαντά στην αρχαία αττική διάλεκτο με τη σημασία του εξακριβώνω, εξετάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελέγχω | ελέγχεις | ελέγχει | ελέγχουμε | ελέγχετε | ελέγχουν / ελέγχουνε |
| Παρατατικός | έλεγχα | έλεγχες | έλεγχε | ελέγχαμε | ελέγχατε | έλεγχαν / ελέγχαν / ελέγχανε |
| Αόριστος | έλεγξα | έλεγξες | έλεγξε | ελέγξαμε | ελέγξατε | έλεγξαν / ελέγξαν / ελέγξανε |
| Μέλλοντας | θα ελέγξω / θα ελέγχω | θα ελέγξεις / θα ελέγχεις | θα ελέγξει / θα ελέγχει | θα ελέγξουμε / θα ελέγχουμε | θα ελέγξετε / θα ελέγχετε | θα ελέγξουν / θα ελέγξουνε / θα ελέγχουν / θα ελέγχουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελέγξει | έχεις ελέγξει | έχει ελέγξει | έχουμε ελέγξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελέγξει | είχες ελέγξει | είχε ελέγξει | είχαμε ελέγξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελέγξει / να ελέγξω / να ελέγχω | να έχεις ελέγξει / να ελέγξεις / να ελέγχεις | να έχει ελέγξει / να ελέγξει / να ελέγχει | να έχουμε ελέγξει / να ελέγξουμε / να ελέγχουμε | να ελέγξετε / να ελέγχετε | να ελέγξουν / να ελέγξουνε / να ελέγχουν / να ελέγχουνε |
| Προστακτική | — | έλεγξε / έλεγχε / έχε ελεγμένο | — | — | ελέγξτε / ελέγχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →