Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελέγχω

/eˈleŋ.xo/ρήμα
•
  1. ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή Βικιλεξικό
    • Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
    • η εφορία ελέγχει τα λογιστικά βιβλία
  2. θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα Βικιλεξικό
    • οι πυροσβέστες κατάφεραν να ελέγξουν τη φωτιά
  3. πειθαρχώ, συγκρατώ Βικιλεξικό
    • είναι καλό να ελέγχω τις αντιδράσεις του θυμικού μου
  4. έχω τον έλεγχο μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ, ώστε να το κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία του Βικιλεξικό
    • ο οδηγός του φορτηγού δεν μπόρεσε να ελέγξει το βαρύ όχημα
  5. επιβάλλομαι, κυριαρχώ σε κάτι Βικιλεξικό
    • νευρική και ανυπότακτη φύση, κανένας δεν την ελέγχει, μόνο ο εαυτός της
  6. έχω την κυριαρχία, καθορίζω τι θα γίνει Βικιλεξικό
    • οι Αθηναίοι ήλεγχαν τα στενά του Ελλήσποντου
  7. επιπλήττω, αποδοκιμάζω κάποιον Βικιλεξικό
    • η συνείδησή μου με ελέγχει για ό,τι κάνω
  8. αξιολογώ, κρίνω διασταυρώνοντας Βικιλεξικό
    • ελέγχει πάντα τις πληροφορίες του

Ετυμολογία

ελέγχω < αρχαία ελληνική ἐλέγχω < αβέβαιης ετυμολογίας· το ρήμα απαντά στην αρχαία αττική διάλεκτο με τη σημασία του εξακριβώνω, εξετάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςελέγχωελέγχειςελέγχειελέγχουμεελέγχετεελέγχουν / ελέγχουνε
Παρατατικόςέλεγχαέλεγχεςέλεγχεελέγχαμεελέγχατεέλεγχαν / ελέγχαν / ελέγχανε
Αόριστοςέλεγξαέλεγξεςέλεγξεελέγξαμεελέγξατεέλεγξαν / ελέγξαν / ελέγξανε
Μέλλονταςθα ελέγξω / θα ελέγχωθα ελέγξεις / θα ελέγχειςθα ελέγξει / θα ελέγχειθα ελέγξουμε / θα ελέγχουμεθα ελέγξετε / θα ελέγχετεθα ελέγξουν / θα ελέγξουνε / θα ελέγχουν / θα ελέγχουνε
Παρακείμενοςέχω ελέγξειέχεις ελέγξειέχει ελέγξειέχουμε ελέγξει——
Υπερσυντέλικοςείχα ελέγξειείχες ελέγξειείχε ελέγξειείχαμε ελέγξει——
Υποτακτικήνα έχω ελέγξει / να ελέγξω / να ελέγχωνα έχεις ελέγξει / να ελέγξεις / να ελέγχειςνα έχει ελέγξει / να ελέγξει / να ελέγχεινα έχουμε ελέγξει / να ελέγξουμε / να ελέγχουμενα ελέγξετε / να ελέγχετενα ελέγξουν / να ελέγξουνε / να ελέγχουν / να ελέγχουνε
Προστακτική—έλεγξε / έλεγχε / έχε ελεγμένο——ελέγξτε / ελέγχετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →