Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελεημονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με ελεήμονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελεημονικός < ελληνιστική κοινή ἐλεημονικός < αρχαία ελληνική ἐλεήμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελεημονικόςελεημονικήελεημονικό
Γενικήελεημονικούελεημονικήςελεημονικού
Αιτιατικήελεημονικόελεημονικήελεημονικό
Κλητικήελεημονικέελεημονικήελεημονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελεημονικοίελεημονικέςελεημονικά
Γενικήελεημονικώνελεημονικώνελεημονικών
Αιτιατικήελεημονικούςελεημονικέςελεημονικά
Κλητικήελεημονικοίελεημονικέςελεημονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →