Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έλεος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η λύπηση, η συμπόνια για κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κατάσταση Βικιλεξικό
    • Το σχήμα αυτό μετέτρεψε τον «ελέω Θεού» μονάρχη σε «αντικείμενο του ελέους» των ανώτατων κληρικών, αφού αυτοί είναι σε θέση να κηρύξουν τον μονάρχη επίορκο και απόβλητο από την Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή από την κοινωνία των χριστιανών αρχόντων, κατάσταση η οποία δικαιολογούσε την εχθροπραξία σε βάρος του. (Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Η έννοια της Κυβέρνησης, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλας, 2019, σελ. 29)
  2. η προσφορά προς κάποιον, που είναι αποτέλεσμα της αγάπης και της συμπόνιας για αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έλεος < αρχαία ελληνική ἔλεος (αρσενικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέλεοςελέη
Γενικήελέουςελεών
Αιτιατικήέλεοςελέη
Κλητικήέλεοςελέη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

έλεος

επιφώνημα
•
  1. χρησιμοποιείται με την έννοια του "ζητώ/δώστε μου/δείξτε έλεος", όταν κάποιος θέλει να εκφράσει την αγανάκτηση του με κάτι ή ότι δεν αντέχει την κατάσταση της συγκεκριμένης στιγμής ζητώντας μια μικρή αλλαγή προς το καλό Βικιλεξικό
  2. καθ' υπερβολήέκφραση αγανάκτησης ή έντονης δυσαρέσκειας ή έκπληξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έλεος < αρχαία ελληνική ἔλεος (αρσενικό)

Άλλοι τύποι

έλεοςελέηελέουςελεών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →