ελεημοσύνη
•
- χρηματική ή βοήθεια σε είδος που δίνεται σε κάποιον φτωχό ή ζητιάνο Βικιλεξικό
- οτιδήποτε δίνεται από κάποιον που αισθάνεται οίκτο για άλλο πρόσωπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελεημοσύνη < ελληνιστική κοινή ἐλεημοσύνη < αρχαία ελληνική ἐλεήμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεημοσύνη | ελεημοσύνες |
| Γενική | ελεημοσύνης | ελεημοσύνών |
| Αιτιατική | ελεημοσύνη | ελεημοσύνες |
| Κλητική | ελεημοσύνη | ελεημοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →