ελευθεροφροσύνη
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ελευθερόφρων, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ελευθερόφρονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελευθεροφροσύνη < ελευθερόφρ(ων) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελευθεροφροσύνη | ελευθεροφροσύνες |
| Γενική | ελευθεροφροσύνης | ελευθεροφροσυνών |
| Αιτιατική | ελευθεροφροσύνη | ελευθεροφροσύνες |
| Κλητική | ελευθεροφροσύνη | ελευθεροφροσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →