Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελευθεριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόη ελευθερία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελευθεριά < ελευθερία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελευθεριάελευθεριές
Γενικήελευθεριάςελευθεριών
Αιτιατικήελευθεριάελευθεριές
Κλητικήελευθεριάελευθεριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ελευθερία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απουσία εξαναγκασμού και καταπίεσης και κάθε επιμέρους δικαίωμα που αυτή συνεπάγεται Βικιλεξικό
    • απόλυτη ελευθερία
  2. η απουσία καθεστώτος ξένης κατοχής ή τυραννίας Βικιλεξικό
    • έπεσε για την ελευθερία της πατρίδας του
  3. η απουσία εμποδίων Βικιλεξικό
    • ελευθερία κινήσεων
  4. η ανεξαρτησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελευθερία < αρχαία ελληνική ἐλευθερία < ἐλεύθερος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελευθερίαελευθερίες
Γενικήελευθερίαςελευθεριών
Αιτιατικήελευθερίαελευθερίες
Κλητικήελευθερίαελευθερίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →