ελεφάντινος
•
- που έχει σχέση με τον ελάφαντα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Ο καθηγητής εξελικτικής γενετικής Λόβε Ντάλεν, του σουηδικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στη Στοκχόλμη, δήλωσε ότι η νέα μελέτη θα επιφέρει αλλαγές στο... ελεφάντινο οικογενειακό δέντρο, ενώ ο εξελικτικός γενετιστής Τομ Γκίλμπερτ, του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Δανίας στην Κοπεγχάγη, ανέφερε πως «κανείς έως τώρα δεν είχε τολμήσει να διαβάσει το DNA των ελεφάντων με ίσιους χαυλιόδοντες». (* εφημερίδα Το Βήμα)
- άλλες μορφές: ελεφάντειος, ελεφαντένιος
- που έχει κατασκευαστεί από ελεφαντοστό Βικιλεξικό
- Τους παλαιότερους 9 τάφους αυτού του νεκροταφείου έφερε στο φως το 1902-3 ο W. Vollgraff. Ήταν μνημειώδεις και πλούσια κτερισμένοι με χρυσά, ελεφάντινα, γυάλινα και χαλκά αντικείμενα εξαιρετικής τέχνης. (* enet.gr)
Ετυμολογία
ελεφάντινος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική < ἐλέφας, ἐλεφαντ- (ελέφαντας) + -ινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεφάντινος | ελεφάντινη | ελεφάντινο |
| Γενική | ελεφάντινου | ελεφάντινης | ελεφάντινου |
| Αιτιατική | ελεφάντινο | ελεφάντινη | ελεφάντινο |
| Κλητική | ελεφάντινε | ελεφάντινη | ελεφάντινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεφάντινοι | ελεφάντινες | ελεφάντινα |
| Γενική | ελεφάντινων | ελεφάντινων | ελεφάντινων |
| Αιτιατική | ελεφάντινους | ελεφάντινες | ελεφάντινα |
| Κλητική | ελεφάντινοι | ελεφάντινες | ελεφάντινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →