Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελέφαντας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θηλαστικό ζώοφυτοφάγο παχύδερμο θηλαστικό, ανήκει στην τάξη των προβοσκιδωτών, έχει μεγάλο σώμα, προβοσκίδα, δύο μεγάλους χαυλιόδοντες. Βικιλεξικό
    • Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)

Ετυμολογία

ελέφαντας < αρχαία ελληνικήἐλέφας (αιτιατική:ἐλέφαντα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελέφανταςελέφαντες
Γενικήελέφανταελεφάντων
Αιτιατικήελέφανταελέφαντες
Κλητικήελέφανταελέφαντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →