ελεφαντόδοντο
•
- ο χαυλιόδοντας ενός ελέφαντα Βικιλεξικό
- ο χαυλιόδοντας ενός ελέφαντα ως υλικό για την κατασκευή έργων τέχνης απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελεφαντόδοντο < ελέφαντ(ας) + -ό- + δόντ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεφαντόδοντο | ελεφαντόδοντα |
| Γενική | ελεφαντόδοντου | ελεφαντόδοντων |
| Αιτιατική | ελεφαντόδοντο | ελεφαντόδοντα |
| Κλητική | ελεφαντόδοντο | ελεφαντόδοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →