Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελκυστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έλκει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου ελκύει, που θέλγει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελκυστικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελκυστικόςελκυστικήελκυστικό
Γενικήελκυστικούελκυστικήςελκυστικού
Αιτιατικήελκυστικόελκυστικήελκυστικό
Κλητικήελκυστικέελκυστικήελκυστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελκυστικοίελκυστικέςελκυστικά
Γενικήελκυστικώνελκυστικώνελκυστικών
Αιτιατικήελκυστικούςελκυστικέςελκυστικά
Κλητικήελκυστικοίελκυστικέςελκυστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →