ελληνόφωνος
•
- για πρόσωπαπου μιλά τα ελληνικά Βικιλεξικό
- Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)
- που κατοικείται ή αποτελείται από άτομα που μιλούν την ελληνική Βικιλεξικό
- οι ελληνόφωνες περιοχές της Σικελίας
Ετυμολογία
ελληνόφωνος < ελληνο- (< Έλληνας) + φωνή :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1859
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελληνόφωνος | ελληνόφωνη | ελληνόφωνο |
| Γενική | ελληνόφωνου | ελληνόφωνης | ελληνόφωνου |
| Αιτιατική | ελληνόφωνο | ελληνόφωνη | ελληνόφωνο |
| Κλητική | ελληνόφωνε | ελληνόφωνη | ελληνόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελληνόφωνοι | ελληνόφωνες | ελληνόφωνα |
| Γενική | ελληνόφωνων | ελληνόφωνων | ελληνόφωνων |
| Αιτιατική | ελληνόφωνους | ελληνόφωνες | ελληνόφωνα |
| Κλητική | ελληνόφωνοι | ελληνόφωνες | ελληνόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →