εμβαπτίζω
•
- λόγιοβουτάω κάτι μέσα σε υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβαπτίζω < ελληνιστική κοινή ἐμβαπτίζω < εμ- + βαπτίζω < αρχαία ελληνική βάπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμβαπτίζω | εμβαπτίζεις | εμβαπτίζει | εμβαπτίζουμε | εμβαπτίζετε | εμβαπτίζουν / εμβαπτίζουνε |
| Παρατατικός | εμβάπτιζα | εμβάπτιζες | εμβάπτιζε | εμβαπτίζαμε | εμβαπτίζατε | εμβάπτιζαν / εμβαπτίζαν / εμβαπτίζανε |
| Αόριστος | εμβάπτισα | εμβάπτισες | εμβάπτισε | εμβαπτίσαμε | εμβαπτίσατε | εμβάπτισαν / εμβαπτίσαν / εμβαπτίσανε |
| Μέλλοντας | θα εμβαπτίζω / θα εμβαπτίσω | θα εμβαπτίζεις / θα εμβαπτίσεις | θα εμβαπτίζει / θα εμβαπτίσει | θα εμβαπτίζουμε / θα εμβαπτίσουμε | θα εμβαπτίζετε / θα εμβαπτίσετε | θα εμβαπτίζουν / θα εμβαπτίζουνε / θα εμβαπτίσουν / θα εμβαπτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμβαπτίσει | έχεις εμβαπτίσει | έχει εμβαπτίσει | έχουμε εμβαπτίσει | έχετε εμβαπτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμβαπτίσει | είχες εμβαπτίσει | είχε εμβαπτίσει | είχαμε εμβαπτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμβαπτίσει / να εμβαπτίζω / να εμβαπτίσω | να έχεις εμβαπτίσει / να εμβαπτίζεις / να εμβαπτίσεις | να έχει εμβαπτίσει / να εμβαπτίζει / να εμβαπτίσει | να έχουμε εμβαπτίσει / να εμβαπτίζουμε / να εμβαπτίσουμε | να έχετε εμβαπτίσει / να εμβαπτίζετε / να εμβαπτίσετε | να εμβαπτίζουν / να εμβαπτίζουνε / να εμβαπτίσουν / να εμβαπτίσουνε |
| Προστακτική | — | εμβάπτιζε / εμβάπτισε | — | — | εμβαπτίζετε / εμβαπτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →