Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβρόντητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. έκπληκτος σε βαθμό που νομίζεις ότι τον χτύπησε κεραυνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβρόντητος < αρχαία ελληνική ἐμβρόντητος < ἐν + βροντάω / βροντῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβρόντητοςεμβρόντητηεμβρόντητο
Γενικήεμβρόντητουεμβρόντητηςεμβρόντητου
Αιτιατικήεμβρόντητοεμβρόντητηεμβρόντητο
Κλητικήεμβρόντητεεμβρόντητηεμβρόντητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβρόντητοιεμβρόντητεςεμβρόντητα
Γενικήεμβρόντητωνεμβρόντητωνεμβρόντητων
Αιτιατικήεμβρόντητουςεμβρόντητεςεμβρόντητα
Κλητικήεμβρόντητοιεμβρόντητεςεμβρόντητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →