Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβυθίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοκάνω κάτι να εισχωρήσει και να καλυφθεί πλήρως μέσα σε υγρό ή άλλο μέσο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκαθιστώ κάποιον πλήρως απορροφημένο σε δραστηριότητα, εμπειρία ή περιβάλλον —ιδίως ψηφιακό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβυθίζω < εμ- + βυθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεμβυθίζωεμβυθίζειςεμβυθίζειεμβυθίζουμεεμβυθίζετεεμβυθίζουν / εμβυθίζουνε
Παρατατικόςεμβύθιζαεμβύθιζεςεμβύθιζεεμβυθίζαμεεμβυθίζατεεμβυθίζαν / εμβυθίζανε / εμβύθιζαν
Αόριστοςεμβύθισαεμβύθισεςεμβύθισεεμβυθίσαμεεμβυθίσατεεμβυθίσαν / εμβυθίσανε / εμβύθισαν
Μέλλονταςθα εμβυθίζω / θα εμβυθίσωθα εμβυθίζεις / θα εμβυθίσειςθα εμβυθίζει / θα εμβυθίσειθα εμβυθίζουμε / θα εμβυθίσουμεθα εμβυθίζετε / θα εμβυθίσετεθα εμβυθίζουν / θα εμβυθίζουνε / θα εμβυθίσουν / θα εμβυθίσουνε
Παρακείμενοςέχω εμβυθίσειέχεις εμβυθίσειέχει εμβυθίσειέχουμε εμβυθίσειέχετε εμβυθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εμβυθίσειείχες εμβυθίσειείχε εμβυθίσειείχαμε εμβυθίσει——
Υποτακτικήνα έχω εμβυθίσει / να εμβυθίζω / να εμβυθίσωνα έχεις εμβυθίσει / να εμβυθίζεις / να εμβυθίσειςνα έχει εμβυθίσει / να εμβυθίζει / να εμβυθίσεινα έχουμε εμβυθίσει / να εμβυθίζουμε / να εμβυθίσουμενα έχετε εμβυθίσει / να εμβυθίζετε / να εμβυθίσετενα εμβυθίζουν / να εμβυθίζουνε / να εμβυθίσουν / να εμβυθίσουνε
Προστακτική—εμβύθιζε / εμβύθισε——εμβυθίζετε / εμβυθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →