εμβυθίζω
•
- λόγιοκάνω κάτι να εισχωρήσει και να καλυφθεί πλήρως μέσα σε υγρό ή άλλο μέσο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαθιστώ κάποιον πλήρως απορροφημένο σε δραστηριότητα, εμπειρία ή περιβάλλον —ιδίως ψηφιακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβυθίζω < εμ- + βυθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμβυθίζω | εμβυθίζεις | εμβυθίζει | εμβυθίζουμε | εμβυθίζετε | εμβυθίζουν / εμβυθίζουνε |
| Παρατατικός | εμβύθιζα | εμβύθιζες | εμβύθιζε | εμβυθίζαμε | εμβυθίζατε | εμβυθίζαν / εμβυθίζανε / εμβύθιζαν |
| Αόριστος | εμβύθισα | εμβύθισες | εμβύθισε | εμβυθίσαμε | εμβυθίσατε | εμβυθίσαν / εμβυθίσανε / εμβύθισαν |
| Μέλλοντας | θα εμβυθίζω / θα εμβυθίσω | θα εμβυθίζεις / θα εμβυθίσεις | θα εμβυθίζει / θα εμβυθίσει | θα εμβυθίζουμε / θα εμβυθίσουμε | θα εμβυθίζετε / θα εμβυθίσετε | θα εμβυθίζουν / θα εμβυθίζουνε / θα εμβυθίσουν / θα εμβυθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμβυθίσει | έχεις εμβυθίσει | έχει εμβυθίσει | έχουμε εμβυθίσει | έχετε εμβυθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμβυθίσει | είχες εμβυθίσει | είχε εμβυθίσει | είχαμε εμβυθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμβυθίσει / να εμβυθίζω / να εμβυθίσω | να έχεις εμβυθίσει / να εμβυθίζεις / να εμβυθίσεις | να έχει εμβυθίσει / να εμβυθίζει / να εμβυθίσει | να έχουμε εμβυθίσει / να εμβυθίζουμε / να εμβυθίσουμε | να έχετε εμβυθίσει / να εμβυθίζετε / να εμβυθίσετε | να εμβυθίζουν / να εμβυθίζουνε / να εμβυθίσουν / να εμβυθίσουνε |
| Προστακτική | — | εμβύθιζε / εμβύθισε | — | — | εμβυθίζετε / εμβυθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →