εμβόλιμο
•
- στο θέατροτο κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο πράξεις, χωρίς να σχετίζεται με την υπόθεση του έργου Βικιλεξικό
- στην αρχαία τραγωδίαχορικό άσμα που δε σχετιζόνταν με την υπόθεση της τραγωδίας ή της κωμωδίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβόλιμο < αρχαία ελληνική ἐμβόλιμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →