Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβόλιο

/eɱˈvo.li.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιατρικήουσία που χορηγείται (συνήθως με ένεση) στον οργανισμό και συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων απ’ τον ίδιο τον οργανισμό, ώστε να αποκτήσει ανοσία, έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών Βικιλεξικό
    • Το διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου και χορηγείται ενδομυϊκά.
  2. βοτανικήμπόλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβόλιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμβόλιον < αρχαία ελληνική ἔμβολον < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vaccin)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμβόλιοεμβόλια
Γενικήεμβολίου / εμβόλιουεμβολίων
Αιτιατικήεμβόλιοεμβόλια
Κλητικήεμβόλιοεμβόλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →