εμβολιάζω
•
- ιατρικήεισάγω εμβόλιο σε οργανισμό για θεραπεία ή πρόληψη Βικιλεξικό
- γεωπονίαλόγιο συνώνυμο του μπολιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβολιάζω < εμβόλι(ο) + -άζω, εμ- μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική μπολιάζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμβολιάζω | εμβολιάζεις | εμβολιάζει | εμβολιάζουμε | εμβολιάζετε | εμβολιάζουν / εμβολιάζουνε |
| Παρατατικός | εμβολίαζα | εμβολίαζες | εμβολίαζε | εμβολιάζαμε | εμβολιάζατε | εμβολίαζαν / εμβολιάζαν / εμβολιάζανε |
| Αόριστος | εμβολίασα | εμβολίασες | εμβολίασε | εμβολιάσαμε | εμβολιάσατε | εμβολίασαν / εμβολιάσαν / εμβολιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εμβολιάζω / θα εμβολιάσω | θα εμβολιάζεις / θα εμβολιάσεις | θα εμβολιάζει / θα εμβολιάσει | θα εμβολιάζουμε / θα εμβολιάσουμε | θα εμβολιάζετε / θα εμβολιάσετε | θα εμβολιάζουν / θα εμβολιάζουνε / θα εμβολιάσουν / θα εμβολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμβολιάσει | έχεις εμβολιάσει | έχει εμβολιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμβολιάσει | είχες εμβολιάσει | είχε εμβολιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμβολιάσει / να εμβολιάζω / να εμβολιάσω | να έχεις εμβολιάσει / να εμβολιάζεις / να εμβολιάσεις | να έχει εμβολιάσει / να εμβολιάζει / να εμβολιάσει | να εμβολιάζουμε / να εμβολιάσουμε | να εμβολιάζετε / να εμβολιάσετε | να εμβολιάζουν / να εμβολιάζουνε / να εμβολιάσουν / να εμβολιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εμβολιασμένο / εμβολίαζε / εμβολίασε | — | — | εμβολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εμβολιάστηκαεμβολιάζομαιεμβολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →