εμμέλεια
•
- αρμονία, αρμονικότητα, μελωδικότητα, μουσικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμμέλεια < αρχαία ελληνική ἐμμέλεια < ἐμμελής < ἐν + μέλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμμέλεια | εμμέλειες |
| Γενική | εμμέλειας | εμμελειών |
| Αιτιατική | εμμέλεια | εμμέλειες |
| Κλητική | εμμέλεια | εμμέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →