μέλος
•
- ανατομίατμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο) Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας Βικιλεξικό
- ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ. Βικιλεξικό
- κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ) Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα Βικιλεξικό
- μουσικήτο χορικό ή λυρικό άσμα Βικιλεξικό
- μουσικήη μελωδία Βικιλεξικό
- θεωρία συνόλωνσυνώνυμο του στοιχείο συνόλου Βικιλεξικό
- πληροφορικήμία από τις οντότητες (μεταβλητές, τύποι δεδομένων, συναρτήσεις, κλπ.) που απαρτίζουν μία δομή δεδομένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέλος | μέλη |
| Γενική | μέλους | μελών |
| Αιτιατική | μέλος | μέλη |
| Κλητική | μέλος | μέλη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →