εμμέσως
•
- λόγιοέμμεσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμμέσως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμμέσως < ἔμμεσος. H σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική. Μορφολογικά αναλύεται σε έμμεσ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →