Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμμανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει μανία με κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Από το ένα άκρο στο άλλο. Πριν από μία διετία υπήρχαν νέφη καπνού ακόμη και σε παιδότοπους. Τώρα, με την ολική απαγόρευση, ο θεριακλής αντιμετωπίζεται ως εμμανής δολοφόνος. Ο καπνιστής θεωρείται ένας υπανάπτυκτος, που φυσάει τον καρκίνο στα μούτρα των συνανθρώπων του. (*)

Ετυμολογία

εμμανής < αρχαία ελληνική ἐμμανής < μαίνομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mn̥yo- < *men- (σκέφτομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμμανήςεμμανήςεμμανές
Γενικήεμμανούςεμμανούςεμμανούς
Αιτιατικήεμμανήεμμανήεμμανές
Κλητικήεμμανή / εμμανήςεμμανήςεμμανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμμανείςεμμανείςεμμανή
Γενικήεμμανώνεμμανώνεμμανών
Αιτιατικήεμμανείςεμμανείςεμμανή
Κλητικήεμμανείςεμμανείςεμμανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →