εμμηνόρροια
•
- ιατρικήη μηνιαία εκροή αίματος και βλεννογόνου ιστού από τη μήτρα και τον κόλπο των θηλυκών θηλαστικών, η οποία οφείλεται στην πτώση μη γονιμοποιημένου ωαρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμμηνόρροια < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη νεολατινική menorrhoea (μήν, έμμηνος + -ρρoια < ῥέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμμηνόρροια | εμμηνόρροιες |
| Γενική | εμμηνόρροιας | εμμηνορροιών |
| Αιτιατική | εμμηνόρροια | εμμηνόρροιες |
| Κλητική | εμμηνόρροια | εμμηνόρροιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →