εμπιστευτικότητα
•
- λόγιοη διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα που έχουν δεδομένα ή στοιχεία Βικιλεξικό
- Οι λόγοι για τους οποίους υπάρχει εμπιστευτικότητα μεταξύ της ΕΕ και των εταιρειών με τις οποίες βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις ή έχει συμφωνήσει για την αγορά εμβολίων είναι σημαντικοί, ανέφερε την Παρασκευή ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Στεφάν Nτε Κερσμέκερ, ερωτηθείς σχετικά.
Ετυμολογία
εμπιστευτικότητα < εμπιστευτικ(ός) + -ότητα ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική confidentiality ή τη γαλλική confidentialité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπιστευτικότητα | εμπιστευτικότητες |
| Γενική | εμπιστευτικότητας | εμπιστευτικοτητών |
| Αιτιατική | εμπιστευτικότητα | εμπιστευτικότητες |
| Κλητική | εμπιστευτικότητα | εμπιστευτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →