πιστεύω
•
- στον ενικότο σύμβολο της Πίστεως Βικιλεξικό
- κυρίως στον πληθυντικόοι πεποιθήσεις ενός ανθρώπου, οι ιδέες Βικιλεξικό
- υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που διώκονται για τα πολιτικά τους πιστεύω
Ετυμολογία
πιστεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πιστεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →