εμπιστοσύνη
•
- το να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ορισμένες ικανότητες, ιδιότητες ή αρετές και να μπορείς να στηριχτείς πάνω του Βικιλεξικό
- Δεν άργησε να γίνει άνθρωπος εμπιστοσύνης στην αρχή για ανέξοδες εκμυστηρεύσεις, απ' αυτές που κάνει κάθε γυναίκα στην κομμώτρια, τη μανικιουρίστα και τη μοδίστρα της. (Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 https://farostoukosmou.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/)
- πολιτικήη στήριξη που παρέχει η πλειοψηφία του κοινοβουλίου σε μια κυβέρνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπιστοσύνη < μεσαιωνική ελληνική εμπιστοσύνη < έμπιστος + -οσύνη < ελληνιστική κοινή ἔμπιστος < αρχαία ελληνική πιστός < πείθω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπιστοσύνη | — |
| Γενική | εμπιστοσύνης | — |
| Αιτιατική | εμπιστοσύνη | — |
| Κλητική | εμπιστοσύνη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →