εμπνέω
•
- δημιουργώ ή προκαλώ έμπνευση Βικιλεξικό
- δημιουργώ ή προκαλώ αίσθημα πλήρωσης ή ευφρόσυνης (πνευματικής ή ψυχικής) διάθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπνέω < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐν + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pnew- (πνέω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inspirer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμπνέω | εμπνέεις | εμπνέει | εμπνέουμε | εμπνέετε | εμπνέουν / εμπνέουνε |
| Παρατατικός | ενέπνεα | ενέπνεες | ενέπνεε | εμπνέαμε | εμπνέατε | εμπνέαν / εμπνέανε / ενέπνεαν |
| Αόριστος | ενέπνευσα | ενέπνευσες | ενέπνευσε | εμπνεύσαμε | εμπνεύσατε | εμπνεύσαν / εμπνεύσανε / ενέπνευσαν |
| Μέλλοντας | θα εμπνέω / θα εμπνεύσω | θα εμπνέεις / θα εμπνεύσεις | θα εμπνέει / θα εμπνεύσει | θα εμπνέουμε / θα εμπνεύσουμε | θα εμπνέετε / θα εμπνεύσετε | θα εμπνέουν / θα εμπνέουνε / θα εμπνεύσουν / θα εμπνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμπνεύσει | έχεις εμπνεύσει | έχει εμπνεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμπνεύσει | είχες εμπνεύσει | είχε εμπνεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμπνεύσει / να εμπνέω / να εμπνεύσω | να έχεις εμπνεύσει / να εμπνέεις / να εμπνεύσεις | να έχει εμπνεύσει / να εμπνέει / να εμπνεύσει | να εμπνέουμε / να εμπνεύσουμε | να εμπνέετε / να εμπνεύσετε | να εμπνέουν / να εμπνέουνε / να εμπνεύσουν / να εμπνεύσουνε |
| Προστακτική | — | έμπνεε / έμπνευσε / έχε εμπνευσμένο | — | — | εμπνέετε / εμπνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →