Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εν

ρήμα
•
  1. κυπριακάείναι Βικιλεξικό
    • εν πολλά γευσάτον (είναι πολύ νόστιμο)

Ετυμολογία

εν < αρχαία ελληνική ἐν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εν

μόριο
•
  1. κυπριακάδεν Βικιλεξικό
    • εν έσιει (δεν έχει)

Ετυμολογία

εν < αρχαία ελληνική ἐν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εν

πρόθεση
•
  1. Αρχαίο επίρρημα ἐν που ενσωματωνόταν σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση. Σήμερα βρίσκεται κυρίως σε εκφράσεις αρχαιοπρεπείς, λόγιες ή αρχαιοελληνικές, συνοδεύεται με δοτική και σημαίνει με (κάποιον ή κάτι) ή σε/στον/στην κλπ. -μερικές από αυτές τις εκφράσεις έχουν συγχωνευθεί, πλέον, σε μία λέξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εν < αρχαία ελληνική ἐν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εν

αριθμητικό
•
  1. παλαιότερη αλλά εν χρήσει προφορά του αριθμητικού ένα, ουδετέρου του αριθμητικού ένας Βικιλεξικό
    • εν-δυο : παράγγελμα στη γυμναστική

Ετυμολογία

εν < αρχαία ελληνική ἐν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →