εμποίηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμποίηση < ελληνιστική κοινή ἐμποίησις < αρχαία ελληνική ἐμποιέω / ἐμποιῶ < ἐν + ποιέω / ποιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμποίηση | εμποιήσεις |
| Γενική | εμποίησης | εμποιήσεων |
| Αιτιατική | εμποίηση | εμποιήσεις |
| Κλητική | εμποίηση | εμποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →