Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπορομεσιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εμπορομεσίτη ή την εμπορομεσιτεία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπορομεσιτικός < εμπορομεσίτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορομεσιτικόςεμπορομεσιτικήεμπορομεσιτικό
Γενικήεμπορομεσιτικούεμπορομεσιτικήςεμπορομεσιτικού
Αιτιατικήεμπορομεσιτικόεμπορομεσιτικήεμπορομεσιτικό
Κλητικήεμπορομεσιτικέεμπορομεσιτικήεμπορομεσιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπορομεσιτικοίεμπορομεσιτικέςεμπορομεσιτικά
Γενικήεμπορομεσιτικώνεμπορομεσιτικώνεμπορομεσιτικών
Αιτιατικήεμπορομεσιτικούςεμπορομεσιτικέςεμπορομεσιτικά
Κλητικήεμπορομεσιτικοίεμπορομεσιτικέςεμπορομεσιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →