εμπορομεσίτης
•
- επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα να είναι μεσίτης σε διάφορες εμπορικές δραστηριότητες ή συναλλαγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπορομεσίτης < εμπορο- + μεσίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπορομεσίτης | εμπορομεσίτες |
| Γενική | εμπορομεσίτη | εμπορομεσιτών |
| Αιτιατική | εμπορομεσίτη | εμπορομεσίτες |
| Κλητική | εμπορομεσίτη | εμπορομεσίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →