εμποροράφτης
•
- επάγγελμαο ράφτης ενδυμάτων που ο ίδιος πουλά στον πελάτη και το σχετικό ύφασμα ή ό,τι άλλο απαιτείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμποροράφτης < (καθαρεύουσα) ἐμπορορράπτης. Μορφολογικά, εμπορο- + ράφτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμποροράφτης | εμποροράφτες, εμποροράφτηδες / εμποροραφτάδες |
| Γενική | εμποροράφτη | εμποροραφτάδων / εμποροραφτών, εμποροράφτηδων |
| Αιτιατική | εμποροράφτη | εμποροράφτες, εμποροράφτηδες / εμποροραφτάδες |
| Κλητική | εμποροράφτη | εμποροράφτες, εμποροράφτηδες / εμποροραφτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →