Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμποροραπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εμποροράφτη ή εμποροραφείο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμποροραπτικός < εμποροράπτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμποροραπτικόςεμποροραπτικήεμποροραπτικό
Γενικήεμποροραπτικούεμποροραπτικήςεμποροραπτικού
Αιτιατικήεμποροραπτικόεμποροραπτικήεμποροραπτικό
Κλητικήεμποροραπτικέεμποροραπτικήεμποροραπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμποροραπτικοίεμποροραπτικέςεμποροραπτικά
Γενικήεμποροραπτικώνεμποροραπτικώνεμποροραπτικών
Αιτιατικήεμποροραπτικούςεμποροραπτικέςεμποροραπτικά
Κλητικήεμποροραπτικοίεμποροραπτικέςεμποροραπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →