εμφάνιση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν Βικιλεξικό
- φωτογραφίαη διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ Βικιλεξικό
- Έδωσα το φιλμ για εμφάνιση.
- φωτογραφίαη διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικο Βικιλεξικό
- φωτογραφίαη διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικο Βικιλεξικό
- Αγόρασα τρία μπουκάλια εμφάνιση και ένα στερέωση.
Ετυμολογία
εμφάνιση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμφάνι(σις) (παρουσίαση) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
| Γενική | εμφάνισης | εμφανίσεων |
| Αιτιατική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
| Κλητική | εμφάνιση | εμφανίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →