εμφανισιακός
•
- που έχει σχέση με την εμφάνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφανισιακός < ἐμφάνισι(ς) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφανισιακός | εμφανισιακή | εμφανισιακό |
| Γενική | εμφανισιακού | εμφανισιακής | εμφανισιακού |
| Αιτιατική | εμφανισιακό | εμφανισιακή | εμφανισιακό |
| Κλητική | εμφανισιακέ | εμφανισιακή | εμφανισιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφανισιακοί | εμφανισιακές | εμφανισιακά |
| Γενική | εμφανισιακών | εμφανισιακών | εμφανισιακών |
| Αιτιατική | εμφανισιακούς | εμφανισιακές | εμφανισιακά |
| Κλητική | εμφανισιακοί | εμφανισιακές | εμφανισιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →