Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφανισιακός

/eɱ.fa.ni.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εμφάνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμφανισιακός < ἐμφάνισι(ς) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφανισιακόςεμφανισιακήεμφανισιακό
Γενικήεμφανισιακούεμφανισιακήςεμφανισιακού
Αιτιατικήεμφανισιακόεμφανισιακήεμφανισιακό
Κλητικήεμφανισιακέεμφανισιακήεμφανισιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφανισιακοίεμφανισιακέςεμφανισιακά
Γενικήεμφανισιακώνεμφανισιακώνεμφανισιακών
Αιτιατικήεμφανισιακούςεμφανισιακέςεμφανισιακά
Κλητικήεμφανισιακοίεμφανισιακέςεμφανισιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →