Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμψυχωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εμψύχωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμψυχωτικός < εμψυχώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμψυχωτικόςεμψυχωτικήεμψυχωτικό
Γενικήεμψυχωτικούεμψυχωτικήςεμψυχωτικού
Αιτιατικήεμψυχωτικόεμψυχωτικήεμψυχωτικό
Κλητικήεμψυχωτικέεμψυχωτικήεμψυχωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμψυχωτικοίεμψυχωτικέςεμψυχωτικά
Γενικήεμψυχωτικώνεμψυχωτικώνεμψυχωτικών
Αιτιατικήεμψυχωτικούςεμψυχωτικέςεμψυχωτικά
Κλητικήεμψυχωτικοίεμψυχωτικέςεμψυχωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →