εμψυχωτικός
•
- που έχει σχέση με εμψύχωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμψυχωτικός < εμψυχώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμψυχωτικός | εμψυχωτική | εμψυχωτικό |
| Γενική | εμψυχωτικού | εμψυχωτικής | εμψυχωτικού |
| Αιτιατική | εμψυχωτικό | εμψυχωτική | εμψυχωτικό |
| Κλητική | εμψυχωτικέ | εμψυχωτική | εμψυχωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμψυχωτικοί | εμψυχωτικές | εμψυχωτικά |
| Γενική | εμψυχωτικών | εμψυχωτικών | εμψυχωτικών |
| Αιτιατική | εμψυχωτικούς | εμψυχωτικές | εμψυχωτικά |
| Κλητική | εμψυχωτικοί | εμψυχωτικές | εμψυχωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →