εμψυχώνω
•
- δίνω ψυχή σε κάτι άψυχο, το καθιστώ έμψυχο, του δίνω ζωή Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω ψυχική δύναμη, θάρρος, κουράγιο ή αυτοπεποίθηση σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμψυχώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμψυχόω / ἐμψυχῶ < ἐν (ἐμ-) + αρχαία ελληνική ψυχή ψυχ- (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική animer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμψυχώνω | εμψυχώνεις | εμψυχώνει | εμψυχώνουμε | εμψυχώνετε | εμψυχώνουν / εμψυχώνουνε |
| Παρατατικός | εμψύχωνα | εμψύχωνες | εμψύχωνε | εμψυχώναμε | εμψυχώνατε | εμψυχώναν / εμψυχώνανε / εμψύχωναν |
| Αόριστος | εμψύχωσα | εμψύχωσες | εμψύχωσε | εμψυχώσαμε | εμψυχώσατε | εμψυχώσαν / εμψυχώσανε / εμψύχωσαν |
| Μέλλοντας | θα εμψυχώνω / θα εμψυχώσω | θα εμψυχώνεις / θα εμψυχώσεις | θα εμψυχώνει / θα εμψυχώσει | θα εμψυχώνουμε / θα εμψυχώσουμε | θα εμψυχώνετε / θα εμψυχώσετε | θα εμψυχώνουν / θα εμψυχώνουνε / θα εμψυχώσουν / θα εμψυχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμψυχώσει | έχεις εμψυχώσει | έχει εμψυχώσει | έχουμε εμψυχώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμψυχώσει | είχες εμψυχώσει | είχε εμψυχώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμψυχώσει / να εμψυχώνω / να εμψυχώσω | να έχεις εμψυχώσει / να εμψυχώνεις / να εμψυχώσεις | να έχει εμψυχώσει / να εμψυχώνει / να εμψυχώσει | να έχουμε εμψυχώσει / να εμψυχώνουμε / να εμψυχώσουμε | να εμψυχώνετε / να εμψυχώσετε | να εμψυχώνουν / να εμψυχώνουνε / να εμψυχώσουν / να εμψυχώσουνε |
| Προστακτική | — | εμψύχωνε / εμψύχωσε | — | — | εμψυχώνετε / εμψυχώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εμψυχώθηκαεμψυχώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →