εναγκαλίζομαι
•
- λόγιοαγκαλιάζω Βικιλεξικό
- Έτσι η υπόθεση τελειώνει κατ' ευχήν και οι δυο εχθροί εναγκαλίζονται αλλήλους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
- λόγιοαγαπώ, φέρομαι με στοργή Βικιλεξικό
- λόγιοενστερνίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναγκαλίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < ἐν (εν-) + ἀγκαλίζομαι < αρχαία ελληνική ἀγκάλη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εναγκαλίζομαι | εναγκαλίζεσαι | εναγκαλίζεται | εναγκαλιζόμαστε | εναγκαλίζεστε | εναγκαλίζονται |
| Παρατατικός | εναγκαλιζόμουν / εναγκαλιζόμουνα | εναγκαλιζόσουν / εναγκαλιζόσουνα | εναγκαλιζόταν / εναγκαλιζότανε | εναγκαλιζόμασταν / εναγκαλιζόμαστε | εναγκαλιζόσασταν / εναγκαλιζόσαστε | εναγκαλίζονταν / εναγκαλιζόντουσαν |
| Αόριστος | εναγκαλίστηκα | εναγκαλίστηκες | εναγκαλίστηκε | εναγκαλιστήκαμε | εναγκαλιστήκατε | εναγκαλίστηκαν / εναγκαλιστήκαν / εναγκαλιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εναγκαλίζομαι / θα εναγκαλιστώ | θα εναγκαλίζεσαι / θα εναγκαλιστείς | θα εναγκαλίζεται / θα εναγκαλιστεί | θα εναγκαλιζόμαστε / θα εναγκαλιστούμε | θα εναγκαλίζεστε / θα εναγκαλιστείτε | θα εναγκαλίζονται / θα εναγκαλιστούν / θα εναγκαλιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εναγκαλιστεί | έχεις εναγκαλιστεί | έχει εναγκαλιστεί | έχουμε εναγκαλιστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εναγκαλιστεί | είχες εναγκαλιστεί | είχε εναγκαλιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζομαι / να εναγκαλιστώ | να έχεις εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζεσαι / να εναγκαλιστείς | να έχει εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζεται / να εναγκαλιστεί | να έχουμε εναγκαλιστεί / να εναγκαλιζόμαστε / να εναγκαλιστούμε | να εναγκαλίζεστε / να εναγκαλιστείτε | να εναγκαλίζονται / να εναγκαλιστούν / να εναγκαλιστούνε |
| Προστακτική | — | εναγκαλίσου | — | — | εναγκαλίζεστε / εναγκαλιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →