Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναγκαλίζομαι

/e.naŋ.ɡaˈli.zo.me/ρήμα
•
  1. λόγιοαγκαλιάζω Βικιλεξικό
    • Έτσι η υπόθεση τελειώνει κατ' ευχήν και οι δυο εχθροί εναγκαλίζονται αλλήλους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
  2. λόγιοαγαπώ, φέρομαι με στοργή Βικιλεξικό
  3. λόγιοενστερνίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναγκαλίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < ἐν (εν-) + ἀγκαλίζομαι < αρχαία ελληνική ἀγκάλη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεναγκαλίζομαιεναγκαλίζεσαιεναγκαλίζεταιεναγκαλιζόμαστεεναγκαλίζεστεεναγκαλίζονται
Παρατατικόςεναγκαλιζόμουν / εναγκαλιζόμουναεναγκαλιζόσουν / εναγκαλιζόσουναεναγκαλιζόταν / εναγκαλιζότανεεναγκαλιζόμασταν / εναγκαλιζόμαστεεναγκαλιζόσασταν / εναγκαλιζόσαστεεναγκαλίζονταν / εναγκαλιζόντουσαν
Αόριστοςεναγκαλίστηκαεναγκαλίστηκεςεναγκαλίστηκεεναγκαλιστήκαμεεναγκαλιστήκατεεναγκαλίστηκαν / εναγκαλιστήκαν / εναγκαλιστήκανε
Μέλλονταςθα εναγκαλίζομαι / θα εναγκαλιστώθα εναγκαλίζεσαι / θα εναγκαλιστείςθα εναγκαλίζεται / θα εναγκαλιστείθα εναγκαλιζόμαστε / θα εναγκαλιστούμεθα εναγκαλίζεστε / θα εναγκαλιστείτεθα εναγκαλίζονται / θα εναγκαλιστούν / θα εναγκαλιστούνε
Παρακείμενοςέχω εναγκαλιστείέχεις εναγκαλιστείέχει εναγκαλιστείέχουμε εναγκαλιστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα εναγκαλιστείείχες εναγκαλιστείείχε εναγκαλιστεί———
Υποτακτικήνα έχω εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζομαι / να εναγκαλιστώνα έχεις εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζεσαι / να εναγκαλιστείςνα έχει εναγκαλιστεί / να εναγκαλίζεται / να εναγκαλιστείνα έχουμε εναγκαλιστεί / να εναγκαλιζόμαστε / να εναγκαλιστούμενα εναγκαλίζεστε / να εναγκαλιστείτενα εναγκαλίζονται / να εναγκαλιστούν / να εναγκαλιστούνε
Προστακτική—εναγκαλίσου——εναγκαλίζεστε / εναγκαλιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →