εναντιοτροπία
•
- λόγιοαντίθεση, αντίφαση, εναντιότητα Βικιλεξικό
- φυσικήη ιδιότητα δύο ή περισσότερων ουσιών που παρουσιάζουν αντιθέσεις σε διάφορες παραμέτρους τους (θερμοκρασία, πίεση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναντιοτροπία < ελληνιστική κοινή ἐναντιοτροπία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εναντιοτροπία | εναντιοτροπίες |
| Γενική | εναντιοτροπίας | εναντιοτροπιών |
| Αιτιατική | εναντιοτροπία | εναντιοτροπίες |
| Κλητική | εναντιοτροπία | εναντιοτροπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →