ενδεχόμενο
•
- ένα γεγονός που ενδέχεται να συμβεί στο μέλλον, κάτι το πιθανό, όχι βέβαιο Βικιλεξικό
- μαθηματικάυποσύνολο ενός δειγματικού χώρου. Αντιστοιχεί σε ένα γεγονός ή ένα σύμπλεγμα γεγονότων τα οποία, μπορεί να συμβούν, ή να μη συμβούν. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδεχόμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενεστώτα ενδεχόμενος του απρόσωπου ρήματος ενδέχεται
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδεχόμενο | ενδεχόμενα |
| Γενική | ενδεχομένου / ενδεχόμενου | ενδεχομένων / ενδεχόμενων |
| Αιτιατική | ενδεχόμενο | ενδεχόμενα |
| Κλητική | ενδεχόμενο | ενδεχόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →