ενδοπεϊκός
•
- ανατομίαπου βρίσκεται μέσα στο πέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοπεϊκός < ενδο- + πεϊκός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπεϊκός | ενδοπεϊκή | ενδοπεϊκό |
| Γενική | ενδοπεϊκού | ενδοπεϊκής | ενδοπεϊκού |
| Αιτιατική | ενδοπεϊκό | ενδοπεϊκή | ενδοπεϊκό |
| Κλητική | ενδοπεϊκέ | ενδοπεϊκή | ενδοπεϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπεϊκοί | ενδοπεϊκές | ενδοπεϊκά |
| Γενική | ενδοπεϊκών | ενδοπεϊκών | ενδοπεϊκών |
| Αιτιατική | ενδοπεϊκούς | ενδοπεϊκές | ενδοπεϊκά |
| Κλητική | ενδοπεϊκοί | ενδοπεϊκές | ενδοπεϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →